past times
past
pɑ:st
paast
times
taɪmz
taimz

Ορισμός και σημασία του "past times"στα αγγλικά

01

περασμένους καιρούς, παλιούς χρόνους

the period of time that has already occurred 
past times definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
past times
Παραδείγματα
He often reflects on his past times, remembering his childhood fondly. 

Συχνά αντικατοπτρίζει τα παρελθόντα του, θυμόμενος με αγάπη την παιδική του ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store