passer-by
pa
pɑ:
paa
sser
sa
sa
by
baɪ
bai
passerby

Ορισμός και σημασία του "passer-by"στα αγγλικά

01

περαστικός, πεζός

someone who happens to be walking past a particular person, place, or event 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
passers-by
Παραδείγματα
The passer-by stopped to help when he saw the woman struggling with her bags. 

Ο περαστικός σταμάτησε για να βοηθήσει όταν είδε τη γυναίκα να παλεύει με τις τσάντες της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store