Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass by
01
περνώ, προχωρώ
to continue moving forward, particularly in reference to time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass by
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes by
ενεστώτα μετοχή
passing by
απλός αόριστος
passed by
παθητική μετοχή
passed by
Παραδείγματα
As the minutes passed by, he grew more impatient.
Καθώς περνούσαν τα λεπτά, γινόταν όλο και πιο ανυπόμονος.
02
περνώ δίπλα από, περνώ
to go past someone or something
Transitive: to pass by sb/sth
Παραδείγματα
The flock of birds passed by the setting sun, creating a beautiful silhouette.
Το κοπάδι των πουλιών πέρασε δίπλα από τον ηλιοβασίλεμα, δημιουργώντας μια όμορφη σιλουέτα.
03
αφήνω να περάσει, χάνω
to let an opportunity go without taking advantage of it
Transitive: to pass by an opportunity
Παραδείγματα
He passed by the opportunity to invest in the company, which he later regretted.
Έχασε την ευκαιρία να επενδύσει στην εταιρεία, κάτι που μετά żα regretted.



























