to pass away
pass
pɑ:s
paas
a
ə
ē
way
ˈweɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "pass away"στα αγγλικά

to pass away
01

απεβίωσε, πέθανε

to no longer be alive 
Intransitive
to pass away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass away
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes away
ενεστώτα μετοχή
passing away
απλός αόριστος
passed away
παθητική μετοχή
passed away
Παραδείγματα
The community mourned when they heard that the beloved teacher had passed away. 

Η κοινότητα θρήνησε όταν άκουσε ότι ο αγαπημένος δάσκαλος είχε φύγει από τη ζωή.

02

εξαφανίζομαι, σβήνω

to fade, disappear, or cease to exist 
Intransitive
Παραδείγματα
Many old dialects have passed away with the advent of modern communication tools. 

Πολλές παλιές διάλεκτοι έχουν εξαφανιστεί με την έλευση των σύγχρονων εργαλείων επικοινωνίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store