Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Partisan
01
παρτιζάνα, αλεβάρδα με διπλή λεπίδα
a type of polearm used in the 16th and 17th centuries, featuring a long tapering double-edged blade with lateral projections, designed for thrusting and slashing in infantry combat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
partisans
Παραδείγματα
The museum displayed a partisan alongside other Renaissance-era weapons.
Το μουσείο παρουσίασε ένα παρτιζάνι δίπλα σε άλλα όπλα της εποχής της Αναγέννησης.
02
υποστηρικτής, οπαδός
a devoted and often biased supporter of a cause, political party, or leader
Παραδείγματα
The debate grew heated as partisans defended their candidates with zeal.
Η συζήτηση έγινε θυελλώδης καθώς οι υποστηρικτές υπερασπίζονταν τους υποψηφίους τους με ζήλο.
partisan
01
μεροληπτικός, κομματικός
displaying support and favoritism toward a party or cause, usually without giving it much thought
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most partisan
συγκριτικός βαθμός
more partisan
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The partisan media outlet only presents news that aligns with its political agenda.
Το μερικό μέσο ενημέρωσης παρουσιάζει μόνο ειδήσεις που ευθυγραμμίζονται με την πολιτική του ατζέντα.
Λεξικό Δέντρο
nonpartisan
partisanship
partisan



























