part-time
part
pɑ:t
paat
time
taɪm
taim
parttime

Ορισμός και σημασία του "part-time"στα αγγλικά

01

μερικής απασχόλησης, μισή απασχόληση

done only for a part of the working hours 
part-time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He accepted a part-time teaching position at the college. 

Αποδέχτηκε μια θέση διδασκαλίας μερικής απασχόλησης στο κολέγιο.

01

μερικής απασχόλησης, ημιαπασχόληση

for less than the standard number of hours 
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store