parrot
pa
ˈpæ
rrot
rət
rēt
ferretderateinheritdemerit

Ορισμός και σημασία του "parrot"στα αγγλικά

01

παπαγάλος, νυμφοτικός

a tropical bird with bright colors and a curved beak that can be trained to mimic human speech 
parrot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parrots
Παραδείγματα
The parrot perched on the tree, squawking loudly. 

Ο παπαγάλος κάθισε στο δέντρο, φωνάζοντας δυνατά.

02

παπαγάλος, μιμητής

a copycat who does not understand the words or acts being imitated 
to parrot
01

επαναλαμβάνω σαν παπαγάλος, παπαγαλίζω

repeat mindlessly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parrot
γ΄ ενικό πρόσωπο
parrots
ενεστώτα μετοχή
parroting
απλός αόριστος
parroted
παθητική μετοχή
parroted

Λεξικό Δέντρο

parrotlike
parrot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store