Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parrot
01
παπαγάλος, νυμφοτικός
a tropical bird with bright colors and a curved beak that can be trained to mimic human speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parrots
Παραδείγματα
He bought a talking parrot that could repeat basic phrases.
Αγόρασε ένα ομιλούν παπαγάλο που μπορούσε να επαναλάβει βασικές φράσεις.
02
παπαγάλος, μιμητής
a copycat who does not understand the words or acts being imitated
to parrot
01
επαναλαμβάνω σαν παπαγάλος, παπαγαλίζω
repeat mindlessly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parrot
γ΄ ενικό πρόσωπο
parrots
ενεστώτα μετοχή
parroting
απλός αόριστος
parroted
παθητική μετοχή
parroted
Λεξικό Δέντρο
parrotlike
parrot



























