parr
parr
pɑr
παρ
/pˈɑː/

Ορισμός και σημασία του "parr"στα αγγλικά

01

παρ, νεαρό σολομό ή πέστροφα

a juvenile salmon or trout that has developed a pattern of dark vertical bars on its sides
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parr
02

ψαρομωρό, νεογέννητο ψάρι

the young of various fishes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store