Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parlous
01
επικίνδυνος, τρομερός
(of a condition) dangerous, terrible, or uncertain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most parlous
συγκριτικός βαθμός
more parlous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's financial situation is in a parlous state, with debts mounting quickly.
Η οικονομική κατάσταση της εταιρείας βρίσκεται σε επικίνδυνη κατάσταση, με χρέη που αυξάνονται γρήγορα.



























