Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parlor
01
σαλόνι, καθιστικό
a room where one can relax in a private house
Παραδείγματα
The family spent their evenings in the parlor, reading books and having conversations.
Η οικογένεια περνούσε τα βράδια στο σαλόνι, διαβάζοντας βιβλία και συζητώντας.
02
σαλόνι, καθιστικό
a semiprivate sitting room in a hotel, club, etc. for conversations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parlors
03
σαλόνι, κατάστημα
a shop or business offering specific goods or services



























