pariah
pa
περ
riah
ˈraɪə
ραια
/pəɹˈa‍ɪ‍ə/

Ορισμός και σημασία του "pariah"στα αγγλικά

01

πάριας, αποκλεισμένος

an individual who is avoided and not liked, accepted, or respected by society or a group of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pariahs
Παραδείγματα
The company ’s unethical practices made it a pariah in the industry, leading to widespread boycotts.
Οι ανήθικες πρακτικές της εταιρείας την κατέστησαν παρία στον κλάδο, οδηγώντας σε ευρεία μποϊκοτάζ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store