Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pariah
01
πάριας, αποκλεισμένος
an individual who is avoided and not liked, accepted, or respected by society or a group of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pariahs
Παραδείγματα
The company ’s unethical practices made it a pariah in the industry, leading to widespread boycotts.
Οι ανήθικες πρακτικές της εταιρείας την κατέστησαν παρία στον κλάδο, οδηγώντας σε ευρεία μποϊκοτάζ.



























