Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paramedical
01
παραϊατρικός, ιατρικός βοηθός
a person trained to assist medical professionals and to give emergency medical treatment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paramedicals
paramedical
01
παραϊατρικός, ιατρικός βοηθός
of or denoting a person who is trained to provide emergency medical treatment or to aid medical professionals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























