Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Awareness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
συνείδηση, αφύπνιση
state of elementary or undifferentiated consciousness
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unawareness
awareness
aware



























