Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parabolic
01
παραβολικός, αλληγορικός
resembling or expressed through a short story that conveys a moral, lesson, or principle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most parabolic
συγκριτικός βαθμός
more parabolic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sermon was parabolic, illustrating its point through a simple story.
Το κήρυγμα ήταν παραβολικό, απεικονίζοντας το νόημά του μέσα από μια απλή ιστορία.
02
παραβολικός, σε σχήμα παραβολής
having the shape of a U-shaped curve, often seen in trajectories, mirrors, or arches
Παραδείγματα
The satellite dish is parabolic, designed to focus signals at a single point.
Η δορυφορική κεραία είναι παραβολική, σχεδιασμένη να εστιάζει τα σήματα σε ένα μόνο σημείο.



























