Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parabolic
01
παραβολικός, αλληγορικός
resembling or expressed through a short story that conveys a moral, lesson, or principle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The parabolic nature of the fable made it memorable to children.
Η παραβολική φύση της μύθου την έκανε αξέχαστη για τα παιδιά.
02
παραβολικός, σε σχήμα παραβολής
having the shape of a U-shaped curve, often seen in trajectories, mirrors, or arches
Παραδείγματα
A projectile follows a parabolic trajectory when thrown.
Ένα βλήμα ακολουθεί μια παραβολική τροχιά όταν εκτοξεύεται.



























