Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parachute
01
αλεξίπτωτο
an object that allows a person or thing to slowly come to the ground after dropping from a flying aircraft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parachutes
to parachute
01
αλεξιπτωτίζω
to descend or drop using a device designed to slow down the fall of a person or object through the air
Intransitive: to parachute | to parachute somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
parachute
γ΄ ενικό πρόσωπο
parachutes
ενεστώτα μετοχή
parachuting
απλός αόριστος
parachuted
παθητική μετοχή
parachuted
Παραδείγματα
In the thrilling adventure, the skydiver decided to parachute from a plane at a high altitude.
Στη συναρπαστική περιπέτεια, ο αλεξιπτωτιστής αποφάσισε να αναπηδήσει με αλεξίπτωτο από ένα αεροπλάνο σε μεγάλο υψόμετρο.
Λεξικό Δέντρο
parachutist
parachute



























