Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Avowal
01
δήλωση, βεβαίωση
an open declaration or affirmation of one’s opinions
Παραδείγματα
The public avowal of their values helped solidify their reputation.
Η δημόσια δήλωση των αξιών τους βοήθησε να παγιωθεί η φήμη τους.



























