pandemic
pan
pæn
παιν
de
ˈdɛ
ντε
mic
mɪk
μικ
British pronunciation
/pænˈdɛmɪk/

Ορισμός και σημασία του "pandemic"στα αγγλικά

01

πανδημικός, της πανδημίας

(of a disease) spreading rapidly and affecting many people across the world
pandemic definition and meaning
example
Παραδείγματα
Scientists warn of future pandemic threats posed by diseases that may emerge from animal hosts.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν για τις μελλοντικές απειλές πανδημίας που προκαλούνται από ασθένειες που μπορεί να προέρχονται από ζωικούς ξενιστές.
02

πανδημικός, παγκόσμιος

global or widespread in geographic scope
example
Παραδείγματα
The popularity of K-pop unleashed a pandemic craze for Korean culture and media worldwide.
Η δημοτικότητα της K-pop ξεκίνησε μια πανδημική μανία για την κορεατική κουλτούρα και τα μέσα ενημέρωσης παγκοσμίως.
01

πανδημία, παγκόσμια επιδημία

a disease that spreads across a large region or even across the world
example
Παραδείγματα
During pandemics, healthcare systems face an enormous strain from the surge in patients.
Κατά τη διάρκεια των πανδημιών, τα συστήματα υγείας αντιμετωπίζουν τεράστια πίεση από την έξαρση των ασθενών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store