pandesal
pan
pæn
pān
de
de
sal
sɑl
saal

Ορισμός και σημασία του "pandesal"στα αγγλικά

01

ένα είδος ψωμιού που είναι δημοφιλές στις Φιλιππίνες, συνήθως τρώγεται για πρωινό

a type of bread roll that is popular in the Philippines commonly eaten for breakfast 
pandesal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pandesales

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store