Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pan-fry
01
τηγανίζω, σκοτώνω
to cook food in oil or fat over moderate to high heat in a shallow cooking vessel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pan-fry
γ΄ ενικό πρόσωπο
pan-fries
ενεστώτα μετοχή
pan-frying
απλός αόριστος
pan-fried
παθητική μετοχή
pan-fried
Παραδείγματα
She is pan-frying the tofu for tonight's stir-fry.
Αυτή τηγανίζει το tofu για το σημερινό τηγανητό.



























