pamphlet
pamph
ˈpæmf
παιμφ
let
lɪt
λιτ
/ˈpæmflɪt/

Ορισμός και σημασία του "pamphlet"στα αγγλικά

01

φυλλάδιο, μπροσούρα

a small book with a paper cover giving information about a particular subject
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pamphlets
Παραδείγματα
The political candidate 's campaign team handed out pamphlets outlining their platform and proposed policies to potential voters.
Η ομάδα εκστρατείας του πολιτικού υποψηφίου μοίρασε φυλλάδια που περιγράφουν την πλατφόρμα και τις προτεινόμενες πολιτικές τους σε πιθανούς ψηφοφόρους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store