pal
pal
pæl
παιλ
/pæl/

Ορισμός και σημασία του "pal"στα αγγλικά

01

φίλος, σύντροφος

a close friend or companion, typically used in a friendly manner
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pals
Παραδείγματα
She 's been my pal for years, and we never get tired of each other's company.
Είναι η φίλη μου για χρόνια, και ποτέ δεν κουράζομαι από την παρέα του άλλου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store