Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pajamas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pajamas
Παραδείγματα
He forgot to change out of his pajamas before going to the store.
Ξέχασε να αλλάξει από το πιτζάμα πριν πάει στο μαγαζί.
02
παντελόνι πυτζάμας, πυτζάμα
traditional Asian loose trousers for men and women



























