to pair off
pair
peər
per
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "pair off"στα αγγλικά

to pair off
01

ζευγαρώνω, σχηματίζω ζευγάρια

to group into sets of two 
to pair off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
pair
ενεστώτας
pair off
γ΄ ενικό πρόσωπο
pairs off
ενεστώτα μετοχή
pairing off
απλός αόριστος
paired off
παθητική μετοχή
paired off
Παραδείγματα
For the next activity, everyone should pair off with a partner. 

Για την επόμενη δραστηριότητα, όλοι πρέπει να σχηματίσουν ζευγάρια με έναν συνεργάτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store