Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pair off
01
ζευγαρώνω, σχηματίζω ζευγάρια
to group into sets of two
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
pair
ενεστώτας
pair off
γ΄ ενικό πρόσωπο
pairs off
ενεστώτα μετοχή
pairing off
απλός αόριστος
paired off
παθητική μετοχή
paired off
Παραδείγματα
I paired the cards off based on their color and number.
Ζεύγισα τις κάρτες με βάση το χρώμα και τον αριθμό τους.



























