pain pill
pain
peɪn
πειν
pill
pɪl
πιλ

Ορισμός και σημασία του "pain pill"στα αγγλικά

01

χάπι για τον πόνο, αναλγητικό χάπι

a medicine used to relieve pain 
pain pill definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pain pills

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store