avenge
a
ə
α
venge
ˈvɛnʤ
βεντζ
/ɐvˈɛnd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "avenge"στα αγγλικά

to avenge
01

εκδικούμαι, εκδικούμαι

to seek retribution or take vengeance on behalf of oneself or others for a perceived wrong or harm
Transitive: to avenge an injury or defeat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
avenge
γ΄ ενικό πρόσωπο
avenges
ενεστώτα μετοχή
avenging
απλός αόριστος
avenged
παθητική μετοχή
avenged
Παραδείγματα
The warrior clan swore to avenge their fallen comrades in a decisive battle against their sworn enemies.
Η φυλή των πολεμιστών ορκίστηκε να εκδικηθεί τους πεσόντες συντρόφους τους σε μια καθοριστική μάχη εναντίον των ορκισμένων εχθρών τους.

Λεξικό Δέντρο

avenged
avenger
avenge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store