Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Avatar
01
αβατάρ, εικονικός χαρακτήρας
an image that is the representation of a player in a game or an account on social media
Παραδείγματα
She created a colorful avatar to represent her in the online game.
Δημιούργησε ένα πολύχρωμο avatar για να την αντιπροσωπεύει στο διαδικτυακό παιχνίδι.
02
αβατάρ, ενσάρκωση
(Hindu mythology) a deity's manifestation or incarnation in earthly form, often to fulfill a particular purpose or mission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
avatars
Παραδείγματα
Lord Vishnu is believed to have ten avatars, known as the Dashavatara, including Rama and Krishna.
Πιστεύεται ότι ο Λόρδος Βισνού έχει δέκα αβατάρ, γνωστά ως Ντασαβατάρα, συμπεριλαμβανομένων του Ράμα και του Κρίσνα.
03
ενσάρκωση, αντιπροσώπευση
a new embodiment or representation of a familiar idea
Παραδείγματα
The character became an avatar of courage in the story.
Ο χαρακτήρας έγινε ένα άβαταρ του θάρρους στην ιστορία.



























