Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oyster
01
στρείδι, βρώσιμο στρείδι
a type of shellfish that can be eaten both raw and cooked, some of which contain pearls inside
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oysters
Παραδείγματα
She found a beautiful pearl inside the oyster she was eating at the beach.
Βρήκε ένα όμορφο μαργαριτάρι μέσα στο στρείδι που έτρωγε στην παραλία.
02
στρείδι, μαργαριτοφόρος στρείδι
a type of shellfish found in the ocean, known for its hard, irregular shell and prized for the pearls it can produce
Παραδείγματα
Pearls are formed inside certain types of oysters as a natural defense mechanism against irritants.
Τα μαργαριτάρια σχηματίζονται μέσα σε ορισμένους τύπους στρειδιών ως ένα φυσικό μηχανισμό άμυνας έναντι ερεθισμάτων.
03
κρέας πουλιού, μεδαγιόν
a small muscle on each side of the back of a fowl
to oyster
01
συλλέγω στρείδια, σκάβω για στρείδια
gather oysters, dig oysters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oyster
γ΄ ενικό πρόσωπο
oysters
ενεστώτα μετοχή
oystering
απλός αόριστος
oystered
παθητική μετοχή
oystered



























