oxygen
Pronunciation
/ˈɑksɪʤən/
O

Ορισμός και σημασία του "oxygen"στα αγγλικά

01

οξυγόνο, O₂

a chemical element in gas form with no color that living things need for breathing
oxygen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Blood transports oxygen from the lungs to the tissues of the body.
Το αίμα μεταφέρει οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς του σώματος.

Λεξικό Δέντρο

oxygenize
oxygen
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store