Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oxytocin
01
οξυτοκίνη
a hormone that regulates childbirth, lactation, and social bonding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oxytocins
LanGeek



























