Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autumn
01
φθινόπωρο, φθινοπωρινή εποχή
the season after summer and before winter when the leaves change color and fall from the trees
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
We visited the countryside in autumn.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
autumnal
autumn



























