ovoid
o
ˈəʊ
ew
void
vɔɪd
voyd

Ορισμός και σημασία του "ovoid"στα αγγλικά

01

ωοειδής, σε σχήμα αυγού

shaped like an egg, with a rounded or elliptical form 
ovoid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ovoid
συγκριτικός βαθμός
more ovoid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
shape, geometry, objects
Παραδείγματα
She found a smooth, ovoid stone on the beach. 

Βρήκε μια λεία, ωοειδή πέτρα στην παραλία.

01

ωοειδές, αντικείμενο σε σχήμα αυγού

an egg-shaped object 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ovoids

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store