Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overwrite
01
αντικαθιστώ, αντικαθιστώ
to replace or erase existing data or information by writing new data or information in its place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overwrite
γ΄ ενικό πρόσωπο
overwrites
ενεστώτα μετοχή
overwriting
απλός αόριστος
overwrote
παθητική μετοχή
overwritten
Παραδείγματα
The software will automatically overwrite the outdated information with the latest data.
Το λογισμικό θα αντικαταστήσει αυτόματα τις παρωχημένες πληροφορίες με τα τελευταία δεδομένα.
Λεξικό Δέντρο
overwrite
write



























