Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overtly
01
ανοιχτά, σαφώς
in a way that is visible or easily noticed
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She expressed her opinions overtly during the public meeting.
Εξέφρασε τις απόψεις της ανοιχτά κατά τη δημόσια συνεδρίαση.



























