Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overtaking
01
προσπέρασμα
going by something that is moving in order to get in front of it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overtakings
Λεξικό Δέντρο
overtaking
taking
take



























