overshoot
o
ου
ver
vər
βαρ
shoot
ʃu:t
σουτ
/ˌə‌ʊvəʃˈuːt/

Ορισμός και σημασία του "overshoot"στα αγγλικά

to overshoot
01

στοχεύω πολύ ψηλά, υπερβαίνω τον στόχο

aim too high
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overshoot
γ΄ ενικό πρόσωπο
overshoots
ενεστώτα μετοχή
overshooting
απλός αόριστος
overshot
παθητική μετοχή
overshot
02

υπερβαίνω τον στόχο, πυροβολώ πέρα από τον στόχο

shoot beyond or over (a target)
03

ξεπεράσω, υπερβώ

to go further or beyond a specific point, often by accident or because of going too fast
01

υπέρβαση, υπερβολή

an approach that fails and gives way to another attempt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overshoots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store