overripe
o
ˌəʊ
εου
ver
βα
ripe
ˈraɪp
ραιπ

Ορισμός και σημασία του "overripe"στα αγγλικά

01

υπερώριμος, πολύ ώριμος

(of fruits or vegetables) excessively ripe or beyond the point of optimal freshness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overripe
συγκριτικός βαθμός
more overripe
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, agriculture, quality
Παραδείγματα
He carefully selected the least overripe avocados from the pile. 

Προσεκτικά επέλεξε τα λιγότερο υπερώριμα αβοκάντο από το σωρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overripe
ripe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store