Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overreact
01
υπερβάλλω, αντιδρώ υπερβολικά
to react more intensely or dramatically than is warranted by the situation
Intransitive: to overreact | to overreact to sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overreact
γ΄ ενικό πρόσωπο
overreacts
ενεστώτα μετοχή
overreacting
απλός αόριστος
overreacted
παθητική μετοχή
overreacted
Παραδείγματα
After a minor disagreement, she tends to overreact and become very upset.
Μετά από μια μικρή διαφωνία, τείνει να υπερβάλλει και να αναστατώνεται πολύ.
Λεξικό Δέντρο
overreact
react
act



























