Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overprotective
01
υπερπροστατευτικός, υπερβολικά προστατευτικός
(of a person) showing too much care or concern for someone, often unnecessarily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overprotective
συγκριτικός βαθμός
more overprotective
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coach was overprotective of the young athletes during training.
Ο προπονητής ήταν υπερπροστατευτικός απέναντι στους νέους αθλητές κατά την προπόνηση.
Λεξικό Δέντρο
overprotective
protective
protect



























