Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overprotective
01
υπερπροστατευτικός, υπερβολικά προστατευτικός
(of a person) showing too much care or concern for someone, often unnecessarily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overprotective
συγκριτικός βαθμός
more overprotective
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, relationships, psychology
Παραδείγματα
Her parents were overprotective and checked her homework every day.
Οι γονείς της ήταν υπερπροστατευτικοί και έλεγχαν τις εργασίες της κάθε μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overprotective
protective
protect



























