Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overpower
01
καταβάλλω, υπερισχύω
to defeat someone or something using superior strength, force, or influence
Transitive: to overpower sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overpower
γ΄ ενικό πρόσωπο
overpowers
ενεστώτα μετοχή
overpowering
απλός αόριστος
overpowered
παθητική μετοχή
overpowered
Παραδείγματα
The military strategy was to overpower the enemy with a swift and coordinated attack.
Η στρατιωτική στρατηγική ήταν να καταβάλει τον εχθρό με μια γρήγορη και συντονισμένη επίθεση.
02
κατακλύζω, συντρίβω
to be overwhelmed or deeply affected, especially by intense emotions
Transitive: to overpower sb
Παραδείγματα
She was overpowered by sadness when she heard the devastating news.
Ήταν καταπονημένη από τη θλίψη όταν άκουσε τα καταστροφικά νέα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overpowering
overpower
power



























