Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overpopulation
01
υπερπληθυσμός, υπερπληθωρισμός
a situation where the number of people living in a particular area is more than the capacity of the environment to support them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Overpopulation has led to a shortage of housing in many cities.
Ο υπερπληθυσμός έχει οδηγήσει σε έλλειψη κατοικιών σε πολλές πόλεις.
Λεξικό Δέντρο
overpopulation
population
populate



























