to overpopulate
o
ˌəʊ
εου
ver
βα
po
ˈpɒ
πο
pu
pjʊ
πγου
late
leɪt
λειτ
depopulatecopulatepopulate

Ορισμός και σημασία του "overpopulate"στα αγγλικά

to overpopulate
01

υπερπληθαίνω, προκαλώ υπερπληθωρισμό

cause to have too great a population 
to overpopulate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overpopulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
overpopulates
ενεστώτα μετοχή
overpopulating
απλός αόριστος
overpopulated
παθητική μετοχή
overpopulated

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overpopulate
populate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store