Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overpopulate
01
υπερπληθαίνω, προκαλώ υπερπληθωρισμό
cause to have too great a population
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overpopulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
overpopulates
ενεστώτα μετοχή
overpopulating
απλός αόριστος
overpopulated
παθητική μετοχή
overpopulated
Λεξικό Δέντρο
overpopulate
populate



























