overfed
Pronunciation
/ˌoʊvɝˈfɛd/

Ορισμός και σημασία του "overfed"στα αγγλικά

01

υπερβολικά ταϊσμένος, πολύ ταϊσμένος

describing a person or an animal that has been given a large amount of food
overfed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overfed
συγκριτικός βαθμός
more overfed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store