Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overfed
01
υπερβολικά ταϊσμένος, πολύ ταϊσμένος
describing a person or an animal that has been given a large amount of food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overfed
συγκριτικός βαθμός
more overfed
διαβαθμίσιμο



























