Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overexposure
01
υπερέκθεση, υπερβολική έκθεση
the act of exposing film to too much light or for too long a time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
υπερβολική έκθεση, υπερέκθεση
the act of exposing someone excessively to an influencing experience
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overexposure
exposure
expose



























