to overexpose
o
əʊ
ew
ver
ex
ɪks
iks
pose
pəʊz
pewz
presupposepredisposejuxtaposesuperimpose

Ορισμός και σημασία του "overexpose"στα αγγλικά

to overexpose
01

υπερέκθεση, εκτίθεται σε πάρα πολύ φως

expose to too much light 
to overexpose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overexpose
γ΄ ενικό πρόσωπο
overexposes
ενεστώτα μετοχή
overexposing
απλός αόριστος
overexposed
παθητική μετοχή
overexposed
02

υπερεκτίθεμαι, εκθέτω υπερβολικά

expose excessively 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store