overdraft
o
ˈəʊ
ew
ver
draft
ˌdrɑ:ft
draaft

Ορισμός και σημασία του "overdraft"στα αγγλικά

01

υπερχρέωση, κατάθεση πίστωσης

a deficit in a bank account caused by withdrawing more money than is available 
overdraft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
overdrafts
Παραδείγματα
The bank charged a fee for the overdraft on her account. 

Η τράπεζα χρέωσε ένα τέλος για την υπέρβαση στον λογαριασμό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overdraft
draft
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store