to overdose
o
ˈəʊ
ew
ver
dose
dəʊz
dewz
OD

Ορισμός και σημασία του "overdose"στα αγγλικά

to overdose
01

υπερβολική δόση, παίρνω υπερβολική δόση

to take an excessive and dangerous amount of a drug or medicine 
to overdose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overdose
γ΄ ενικό πρόσωπο
overdoses
ενεστώτα μετοχή
overdosing
απλός αόριστος
overdosed
παθητική μετοχή
overdosed
Παραδείγματα
He accidentally overdosed on painkillers. 

Κατά λάθος πήρε υπερβολική δόση παυσίπονων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store