Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overdose
01
υπερβολική δόση, παίρνω υπερβολική δόση
to take an excessive and dangerous amount of a drug or medicine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overdose
γ΄ ενικό πρόσωπο
overdoses
ενεστώτα μετοχή
overdosing
απλός αόριστος
overdosed
παθητική μετοχή
overdosed
Παραδείγματα
Doctors warn about the risks of overdosing on any medication.
Οι γιατροί προειδοποιούν για τους κινδύνους υπερβολικής δόσης οποιασδήποτε φαρμακευτικής ουσίας.
Λεξικό Δέντρο
overdose
dose



























