autonomic
au
ˌɔ:
aw
to
no
ˈnɒ
no
mic
mɪk
mik
autogamicautotomic

Ορισμός και σημασία του "autonomic"στα αγγλικά

01

αυτόνομος, βρεγματικός

relating to bodily functions that occur automatically, without conscious effort or control 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physiology, biology, medicine
Παραδείγματα
Sweating is an autonomic response to regulate body temperature. 

Η εφίδρωση είναι μια αυτόνομη αντίδραση για τη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος.

02

αυτόνομος, πανουργος

achieve something by means of trickery or devious methods 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autonomic
autonom
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store