Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overawed
01
εντυπωσιασμένος, τρομαγμένος
so impressed by someone or something that you feel nervous or intimidated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overawed
συγκριτικός βαθμός
more overawed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained calm and not overawed despite the crowd.
Παραμένει ήρεμη και δεν τρομοκρατήθηκε παρά το πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
overawed
awed



























