overawed
o
əʊ
ew
ver
və
vē
awed
ɔ:d
awd
overfeedoveraged

Ορισμός και σημασία του "overawed"στα αγγλικά

01

εντυπωσιασμένος, τρομαγμένος

so impressed by someone or something that you feel nervous or intimidated 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overawed
συγκριτικός βαθμός
more overawed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, social, perception
Παραδείγματα
She was overawed meeting the famous scientist. 

Ήταν συγκλονισμένη συναντώντας τον διάσημο επιστήμονα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overawed
awed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store