Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overawe
01
εκφοβίζω, εντυπωσιάζω
to make someone feel fearful, intimidated, or too impressed to act freely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overawe
γ΄ ενικό πρόσωπο
overawes
ενεστώτα μετοχή
overawing
απλός αόριστος
overawed
παθητική μετοχή
overawed
Παραδείγματα
The teacher overawed the students with her strictness.
Η δασκάλα τρομοκράτησε τους μαθητές με την αυστηρότητά της.
Λεξικό Δέντρο
overawe
awe



























